ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ «ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ», ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΡΑ ΙΩΣΗΦ Σ. ΙΩΣΗΦΙΔΗ.
Ο Νίκος Νεοκλέους εισέρχεται στον κόσμο της ποίησης με μια δική του αποκαλυπτική φωνή,αφού έχει προηγουμένως ρουφήξει τους χυμούς της ζωής και είδε τα φαρμάκια πολλών μορφών αδικίας. Έχει βιώματα, ένιωσε τ’αδιέξοδα της ζωής, της πολιτικής, της κοινωνίας, έμαθε από νεαρός τι σημαίνει δικτατορία, τυραννία, έζησε το δράμα της Κύπρου, ζει τη σημερινή αθλιότητα πολέμων και κρίσεων στον κόσμο, είδε την ελευθερία να κλέβεται, το δικαίωμα του ατόμου να καταπατείται.
Είναι φυσικό να έχει προβληματιστεί για τον άνθρωπο, για το πώς μέσα σε τέτοιο χάος μένει «ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟ», εξ’ ού και ο τίτλος της πρώτης ποιητικής συλλογής του σε Εκδόσεις Αρχύτας (Αθήνα, 2022).
Η συλλογή αποτελείται από 47 ποιήματα και κοσμείται από 13 πίνακες του Νεοκλέους, με θέμα τους τις ομορφιές της Κύπρου, της Φύσης που του προσφέρει χαρά κι ανάσα ζωής, τον ελευθερώνουν να εκφραστεί.
Ο ποιητής δεν παραφορτώνει τους στίχους με μεγάλα λόγια, γιατί, όπως λέει ο ίδιος, θα έχουν τότε βάρος τέτοιο που θα συνθλίβει τις ευαίσθητες χορδές των λέξεων, και προτιμά τη λιτή γραφή που μιλά άμεσα, απλά.
Όντως, το χρώμα κι η ένταση ενός στίχου έχουν δική τους ηχηρή λαλιά· το μήνυμα περνά στον νου του αναγνώστη ή ακροατή μέσω αισθήσεων.
Στο ποίημα «Επαναστάτης» ειρωνεύεται όσους άλλα πίστευαν ως νέοι ενώ τα αντίθετα εφαρμόζουν σαν γίνουν επαγγελματίες και αφεντικά. Ειρωνεία εκφράζει και στο ποίημα ‘Προεδρικές εκλογές’ αφού ο κόσμος μάλλον δεν γελιέται από λαλίστατους που κοκορεύονται και φλυαρούν.
Σε άλλα είναι αυτοσαρκαστικός («ονειρευτήκαμε ανατροπές, που δεν θα κάνουμε ποτέ»). Αλλά είναι στιγμές που διερωτάται αν αξίζει να γράφει. Όλα αυτά επιτείνουν την απελπισία του ποιητή μπροστά στα αδιέξοδα.
Πολλά ποιήματα μιλούν για τη Φύση, στέλνοντας ξεχωριστό μήνυμα να μην απομακρυνόμαστε από αυτήν (Η μαργαρίτα, Όμορφη ακρογιαλιά, Το νησί της Αφροδίτης, Η γαρδένια μου κι εγώ, Το τριαντάφυλλο κ.ά.). Σε άλλα ποιήματα κρατά νυστέρι και μας δείχνει το τραύμα από το δράμα, όπως το έζησε στην Κύπρο και στην Ελλάδα (Το ορφανό, Τον καιρό της Χούντας, Πολυτεχνείο, Κραυγή, Συμφορά, Πραξικόπημα, Πόλεμος, Αδιέξοδα, Σπαραγμός, Σήμα κινδύνου κ.ά.). Τέλος, είναι και τα επίλεκτα ποιήματα, που μες στο χάος στην έλλειψη προσανατολισμού καλούν να διατηρούμε αξίες, Μνήμη, αυτοσυνειδησία, αγάπη και ελπίδα (Το καράβι της αγάπης, Ταρζάν ο αλήτης, Εμείς, Δώσε μου το χέρι σου, Χωρίς προσανατολισμό, Άνοιξη, Το κορίτσι της Κερύνειας, Ελπίδα κ.ά.).
Μας μεταφέρει στην ωραία Φύση, με πινελιές στίχου και συμβολισμούς π.χ. οι μαργαρίτες θ' ανθίζουν την άνοιξη σε χρώμα γαλάζιο, της αγάπης,
το χαμόγελό σου αγνό, λευκό φτερούγισμα σαν από αμυγδαλιάς ανθό
Στην συλλογή ακούμε ήχους του καιρού της Χούντας που έζησε: «Ποιοι φοβούνται τον Θεό, τους ανθρώπους; Ποιοι βουβάθηκαν από φόβο;» Κι ακόμα «Στο μαγνητόφωνό μου η Φαραντούρη τραγουδά ψιθυριστά…»
Στην συλλογή ηχούν βόμβες και οδυρμοί από την προδοσία και από το δράμα της Κύπρου. Ηχηρά τα όσα λέει και που τα έζησε ο ποιητής τρυπούν αυτιά. ‘Με ματωμένες νεκρές προσωπίδες, με γυάλινα δάκρυα, εμείς που ονειρευτήκαμε λευτεριά κι αγάπη’, ‘Χαμένος κι εγώ στην απόγνωση’, και ‘Οι ξυλουργοί φτιάχνουν φέρετρα, φτιάχνουν δεκανίκια’.
Με λιτό και κοφτό στίχο μας δείχνει τ’ αδιέξοδα της ζωής, της πολιτικής, της κοινωνίας («Γκρεμισμένοι οι Θεοί. / Αδιέξοδοι δρόμοι»). Τον κάνουν να νιώθει μέσα στην αθλιότητα, πως χάνει την πορεία «Αυτός δεν ήταν πόλεμος. Ήταν μια προδοσία», μονολογεί. Βλέπει το άθλιο σκηνικό και λυγίζει «Λόγια παρήγορα δεν ήξερα να πω. / Ήμουν χαμένος κι εγώ/ στην απόγνωση». Με δύναμη περιγράφει τα πικρά συναισθήματα του ‘Τ' αγκάθια μπήγονται/ βαθιά μέσα στη σάρκα/κι απ'τις πληγές/φεύγουν τα λόγια σου’ ‘Πώς θα φτιάξεις τον κόσμο καλύτερο;’ Διερωτάται ενεός!
Ο ποιητής μεταφέρει τη γενική ανασφάλεια του εαυτού του και του κάθε πολίτη, γράφοντας: ‘Φοβόταν μήπως η πίκρα τού σκοτώσει την αγάπη’.
«Το πράσινο μεγαλώνει με θόρυβο / μια ανεμώνη ολοκόκκινη / σαν σε αίμα βαμμένη / στην άκρη της άχρωμης πόλης». Θέλει να καταλήξει σε μια κορφή γαλήνια. Όντως βρίσκει γαλήνη μέσα στην τέχνη και κατά ένα τρόπο ξεφεύγει με τη φαντασία του και αμύνεται σε χαράκωμα που το φτιάχνει με νύχια και ξύλα, ώστε να κρατά ζωντανό το όνειρο για πάντα, ένα όνειρο που περιέχει την Αγάπη, ως το άριστο καταφύγιο, και εννοεί και για τον Τόπο του. Δεν είναι φυγοδικία να θέλει ένα χώρο μακριά απ’ τα αδιέξοδα. Αναζητά την Ελπίδα να συνεχίζει τον αγώνα λυτρωμένος.
Και γράφει «Με της αυγής τον ερχομό/ θα έχουν όλα αλλάξει. / Θα 'ναι γαλήνη μες στο νου / θα 'ναι ομορφιά η πλάση». Μα τα καταφέρνει «Οι κραυγές των λύκων / δεν μ' αγγίζουν πια. / Γιατί είμαι μακριά / πολλά «έτη φωτός» κι ας του έχει χαθεί ένα κομμάτι φεγγαριού. Τα καταφέρνει, γιατί κρατά ζωντανό το όνειρο, έστω «σαν μια σταγόνα νερό στην έρημο,/ σαν ένα λουλούδι στο ξερό χώμα», ένα όνειρο που βάφει τις μαργαρίτες με το γαλάζιο χρώμα της Αγάπης. Η Αγάπη είναι το κύριο ζητούμενο του. Ασάλευτη παραμένει η καρδιά μες στη χαραμάδα, εκεί που δεν χώρεσε να περάσει. Η αγάπη για τον Τόπο και για μια ιδεατή γυναίκα-Μούσα, ή μια Ιδέα γένους θηλυκού (Ελευθερία, Δημοκρατία, Αλήθεια). Γράφει «Σήμερα θα δέσω τ' άστρα με συρματόσχοινο / και θα τα φέρω / να τ' ακουμπήσω στην ποδιά σου / για να σου πάρω ένα χαμόγελο αγνό…».
Στο ποίημα «Ήρθε», επιτέλους ήρθε η γυναίκα ή η Ιδέα και τον στήριξε
Μπήκε από τη χαραμάδα της μισάνοιχτης πόρτας
κατέβηκε από το φεγγίτη και κοντοστάθηκε.
Δειλά- δειλά ύστερα πήρε την απόφαση
δρασκέλισε τον τοίχο και προχώρησε.
Πασπάτεψε με ανοιχτές τις παλάμες
ξεκλείδωσε τη σκουριασμένη κλειδαριά
άνοιξε και μπήκε στην καρδιά μου.
Μέσα από τις αρτηρίες και το αίμα μου
κυκλοφόρησε και πότισε το κορμί μου.
Ήρθε μέσα στο παραλήρημα κάποιου ονείρου.
Ήρθε μέσα στις παγωμένες μέρες του χειμώνα.
Ποια ήρθε; Ελευθερία, Δημοκρατία, Αλήθεια, Αγάπη; Κάθε εκδοχή δεκτή!
Τελικά Χωρίς Προσανατολισμό, μένουν όσοι δεν έχουν κατεύθυνση τη Μνήμη και τον Πολιτισμό, όσοι δε διατηρούν Ελπίδα να τους στηρίζει να προσανατολίζονται προς τις αξίες και τις αρχές της Ζωής. Ο Νεοκλέους έχει πίστη για ένα κόσμο καλύτερο. Αναζητεί περισσότερο φως αγάπης- όπως είπε κι ο Γκαίτε όταν ξεψυχούσε «Φως, φως περισσότερο φως!»
Τον σώζει η Αγάπη του προσφέρει πανοπλία Ελπίδας για να μάχεται μακριά από τα γρανάζια των μηχανισμών και τ’ απελπιστικά αδιέξοδα. Γιατί με την Ελπίδα είμαστε τώρα ελεύθεροι, όπως γράφει : «Τ’ ακούς, ελεύθεροι!». Όρθιος ο Νεοκλέους, προσανατολίζεται χάρη στην ελπίδα.
Ίσως το καλύτερο ποίημά του – το οποίο μετέφρασα στα Αγγλικά - που περιέχει πλείστα θέματα από όσα ανάλυσα πιο πάνω, είναι ο Ταρζάν:
Ταρζάν ο αλήτης
Έχουμε στη γειτονιά μας ένα σκύλο αλήτη.
Κανένας δεν ξέρει από που ήρθε
κι όμως όλοι τον φωνάζουνε Ταρζάν.
Περιπλανιέται στους δρόμους άσκοπα
και είναι ο δόλιος πάντα νηστικός.
Όταν είμαστε παιδιά τον πετροβολούσαμε.
Κάθε απόγευμα γινόμασταν οι δήμιοί του.
Αυτός αγόγγυστα δεχότανε τα βάσανα
και ήτανε πάντα γεμάτος αγιάτρευτες πληγές
μα ποτέ δεν έφευγε από τη γειτονιά μας.
Και τώρα τα παιδιά τον βασανίζουν
τον δέσανε μια μέρα σ' ένα δέντρο
κι ήθελαν να του σκίσουν τη κοιλιά
τους ξέφυγε όμως
και να τον πάλι
μες στους δρόμους
σαν και πρώτα.
Μια μέρα τον πάτησε ένα λεωφορείο
και χάθηκε κουτσαίνοντας μες στα στενά.
Όλοι τον είχαν για χαμένο.
Μα ο Ταρζάν σαν να ‘τανε στοιχειό,
δε χάθηκε
και πάλι ξαναγύρισε.
Έχουμε στη γειτονιά μας ένα σκύλο αλήτη
που σέρνεται στους δρόμους πληγιασμένος.
Όλοι τον βρίζουνε με λόγια αισχρά
Μα δε φεύγει ποτέ από τη γειτονιά μας
Και το παράξενο
ποτέ του δε γερνά.
Ποιος είναι, επιτέλους, αυτός ο σκύλος, ο περιπλανώμενος ή αλήτης, ο Ταρζάν; Να προέρχεται απ’ το μακρινό παρελθόν μας, ως λησμονημένη Μνήμη, που την απωθούμε, γι’ αυτό «κανένας δεν ξέρει από που ήρθε»; Και είναι η δόλια πάντα νηστική, γιατί δεν τη θρέφουμε, που θα έπρεπε;
Είναι η πατρίδα; H αξιοπρέπεια μας, που με πράξεις μας γινόμασταν οι δήμιοί της, κι αγόγγυστα δέχεται τα βάσανα κι ας μένουν αγιάτρευτες οι πληγές; Γιατί δεν φεύγει απ’ τη γειτονιά μας, ενώ τον βασανίζουμε, τον δένουμε σε δέντρο, του σκίσουμε την κοιλιά; Ποιο λεωφορείο τον πάτησε και χάθηκε προσωρινά κουτσαίνοντας; Να είναι πολλοί πολίτες, που στη δίνη της ζωής, της πολιτικής, πατούν αξίες, αρχές; Γιατί επιστρέφει και
ποτέ του δεν γερνά; Είναι οι συνεχείς τύψεις μας, γιατί πήραμε λάθος δρόμο κι επιστρέφουν συνεχώς να μας βασανίσουν; Μήπως ο ιστορικός Πολιτισμός μας, που όλο τον εξαθλιώνουμε κι όμως επιβιώνει για μας;
Ιδού, ένα ποίημα πολυσήμαντο, με στίχο και σκηνικό απλό μα στέρεο!
Το ποίημα μάς σαλπίζει να βρούμε τον προσανατολισμό που χάσαμε. Αλλιώς, θα υπάρχει βασανισμός για τις ενοχές μας (ποίημα «Ερινύες»).
Για ένα κόσμο καλύτερο, με πιότερο φως αγάπης! Γράφει ο ποιητής.
Προς το παρόν η άνοιξη είναι αλυσίδα που κρατά δεμένο σε σκοτεινό λιμάνι το καράβι της αγάπης. Το ποίημα κάποτε τελειώνει, λες! Πότε όμως; Όταν η αλυσίδα γίνει φτερούγα. Όσο υπάρχει ακόμα χρόνος, λες!
Δρ Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης
Πρόεδρος Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου
Αντιπρόεδρος Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου